Ένα παγερό πρωινό του Απρίλη δραπετεύει από τη ζωή της στη Γενεύη. Μια ζωή στην οποία δεν ταίριαξε ποτέ. Δραπετεύει δίχως να αφήσει ίχνη πίσω της. Μαζί με το παιδί της. Επιστρέφει στον τόπο όπου μεγάλωσε. Στο νησί της. Δεκαεννιά χρόνια μετά το βράδυ εκείνο, στο κότερο, στα ανοιχτά του Πρωταρά, το βράδυ που χάθηκε στη θάλασσα η αδερφή της, ο μοναδικός δικός της άνθρωπος. Ο χαμός αυτός μαζί με τις φήμες πως δεν ήταν ατύχημα στοιχειώνουν τούτη την επιστροφή. Ο κόσμος της καταρρέει. Και το ταξίδι αρχίζει. Αναζητώντας την αλήθεια της, θαρρεί πως είναι μόνη. Μα μπλέκονται στο δρόμο της άνθρωποι, μόνοι όπως κι εκείνη, άγνωστοι μέχρι πρότινος, μα τώρα άξαφνα αναπόσπαστα δικοί της. Γενεύη, Λεμεσός, Αθήνα, Λονδίνο. Το παρελθόν ξετυλίγεται μπροστά της αργά, οδυνηρά. Ένα-ένα ενώνει τα κομμάτια. Σαν ένα παζλ που, όμως, δεν σχηματίζει άλλη εικόνα παρά μονάχα τη δική της. Το τέλος του ταξιδιού θα την ξαναφέρει αντιμέτωπη με τον εφιάλτη. Μα θα της χαρίσει και μια αγκαλιά, η θέρμη της οποίας θα αποδιώξει την άλλη, εκείνη που την τύλιγε σε ολόκληρη τη ζωή της: την αγκαλιά της μοναξιάς.



Εκείνο το καλοκαίρι ξεκίνησε σαν παρατεταμένες διακοπές. Κοντά στην αδερφή μου, με την οποία δεν είχαμε ζήσει μαζί για χρόνια. Η αρχή του με βρήκε ένα τρομαγμένο παιδί, κρυμμένο κάτω από φόβους κι ανασφάλειες. Το τέλος του μου έφερε τη γνώση του παρελθόντος, της δικής μου αλήθειας, μου χάρισε ένα χαμένο εαυτό και μια ταυτότητα που αναζητούσα σε ολόκληρη τη ζωή μου. Μα το τίμημα που πλήρωσα ήταν πολύ ακριβό…» (Σμαράγδα)

«Πάλεψα να ξεφύγω απ’ το παρελθόν. Μα κάθε προσπάθεια απέβη μάταιη. Γιατί, εκείνο το καλοκαίρι, κάποια μοίρα – θεϊκή, σατανική, δεν είχα ιδέα – έφερε και πάλι στη ζωή μου τη σειρήνα μου. Τη γοργόνα. Τη νεράιδα. Σε όποιο όνομα και να της προσέδωσα, το στοιχείο της μαγείας κυριαρχούσε. Κι αφέθηκα ξανά να με ταξιδέψει, τούτη τη φορά, όμως, σ’ ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Το γνώριζα όταν μπάρκαρα. Το έκανα έτσι κι αλλιώς…» (Πάρης)

«Μου έλεγαν πως έμοιαζα με τη θάλασσα. Ανήσυχη, πλανεύτρα, καταστροφική. Ίσως γι’ αυτό λάτρευα να ζωγραφίζω τα χρώματά της. Τα κύματά της. Μα η θάλασσα δεν είναι μόνο κύματα. Είναι και βυθός. Αυτός ο σιωπηλός, ανεξερεύνητος κόσμος, μέσα στον οποίο αναζήτησα ένα όνειρο φευγαλέο, ένα όνειρο μιας αλήθειας, μα ίσως και μιας χίμαιρας. Εκείνο το καλοκαίρι ανακάλυψα το βυθό. Και μαζί του ξανανακάλυψα και την αγάπη…» (Ισμήνη)